ἀποτροπιαστικός
ἀποτροπιαστικός, fit for averting
ἀποτροπ-ιαστικός, ή, όν,
- fit for averting, Eust.ad D.P. 723.
conjurador
φασμάτων
ἀποτροπιαστικός, fit for averting
conjurador
φασμάτων