ἀποχώρημα Save DGE Bailly 2024 Pape ἀποχώρημα -ματος, τό excrementos Anon.Lond.12.41, 13.5. ἀποχώρημα, ατος (τὸ) excrément, Hpc. Étym. ἀποχωρέω. ἀποχώρημα, τό, der Stuhlgang, Hippocr.