ἀπογαλάκτισις
ἀπογαλάκτισις, weaning
ἀπογᾰλάκτ-ισις, εως, ἡ,
- weaning, Ar.Byz. Epit. 42.14.
destete
περὶ τροφῆς βρέφους καὶ ἀπογαλακτίσεως
ἀπογαλάκτισις, weaning
destete
περὶ τροφῆς βρέφους καὶ ἀπογαλακτίσεως