ἀπογαλακτισμός
ἀπογᾰλακτ-ισμός, ὁ, = foreg., Hp. Dent. 16.
destete
τὰ παρεσθίοντα ἐν τῷ θηλάζειν ῥᾷον φέρει ἀπογαλακτισμόν
καιρὸς ἀπογαλακτισμοῦ
ἀ. τῶν νηπίων
ἀπογαλακτισμός, οῦ (ὁ) [γᾰ] sevrage, Hpc. 267, 39, etc.
Étym. v. le préc.
ἀπογαλακτισμός, ὁ, das Entwöhnen von der Muttermilch, Hippocr.