ἀπογαλακτιστέον
ἀπογαλακτιστέον, one must wean
ἀπογᾰλακτ-ιστέον,
- one must wean, Sor. 1.78.
hay que destetar
τὰ βρέφη
τὰ νήπια
ἀπογαλακτιστέον [γᾰ] vb. d’ἀπογαλακτίζω, Sor. Obst. p. 150, 199 Dietz.