ἀπογαλακτίζω
ἀπογαλακτίζω, wean from the mother’s milk
- wean from the motherʼs milk, Diph. 74, LXX Ge. 21.8, Sor. 1.116, POxy. 37i22 (i A. D.), PLips. 31.20 (ii A.D.).
tr. destetar
ὥσπερ τὰ παιδί' αὑτὸν ἀπογαλακτιεῖ
ἀπεγαλάκ[τισά] μου τὸ [π]αιδίον
τὸ βρέφος
ηὐξήθη τὸ παιδίον καὶ ἀπεγαλακτίσθη
ὡς τὸ ἀπογεγαλακτισμένον ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ
αἷγας μικροὺς ἀπαγεγαλαχτισμένους
οἱ ἀπογεγαλακτισμένοι ἀπὸ γάλακτος
los recién destetados
• fig.
ἀπογαλακτισθέντες ἀπὸ νομικοῦ γάλακτος
ἐκκλησία τοὺς ἑαυτῆς τροφίμους ... ἀπογαλακτίσασα ... τῶν λόγων τῆς κατηχήσεως