ἀπογαληνόομαι
ἀπογαληνόομαι, calm down
ἀπογᾰληνόομαι,
- calm down, of physical disturbances, Sor. 1.46.
calmarse
ὁ σάλος τῶν ὑγρῶν
ἀπογαληνόομαι, calm down
calmarse
ὁ σάλος τῶν ὑγρῶν