ἀπογάλακτος Save ἀπογάλακτος, weaned LSJ DGE Bailly 2024 ἀπογᾰλακτ-ος, ον, weaned, Aët. 4.29. ἀπογάλακτος -ον destetado νήπιοι Aët.4.29 (var.). ἀπο·γάλακτος, ος, ον [γᾰ] sevré, Aét. 4, 29. Étym. ἀ. γάλα.