ἀπογαληνίζω Save ἀπογαληνίζω, calm down LSJ DGE ἀπογᾰληνίζω, calm down, ἑαυτόν prob. in Plu. QConv. 2.655b. ἀπογαληνίζω calmar ἑαυτόν Plu.2.655b.