ἀρρωστήμων
ἀρρωστ-ήμων, ον, gen. ονος,
- = ἄρρωστος, Eup. 63.
enfermizo Eup.71.
ἀρρωστήμων, ονος (ὁ, ἡ) c. ἄρρωστος, Eup. 63 Kock.
ἀρρωστήμων, = ἄρρωστος, Eupol. B.A. 447.
enfermizo Eup.71.