ἀρρωστηματικός Save ἀρρωστηματικός, sickly LSJ DGE ἀρρωστ-ηματικός, ή, όν, sickly, Vett.Val. 68.17. ἀρρωστηματικός -ή, -όν enfermizo Vett.Val.66.14.