ἀστραβηλάτης
ἀστραβηλάτης, muleteer
ἀστρᾰβ-ηλάτης [λᾰ], ου, ὁ,
- muleteer, Luc. Lex. 2, Poll. 7.185.
mulero, arriero Luc.Lex.2, Poll.7.185, Eust.1625.40.
ἀστραβ·ηλάτης, ου (ὁ) [ᾰβᾰ] ânier, muletier, Luc. Lex. 2.
Étym. ἀστράβη, ἐλαύνω.
ἀστραβηλάτης, ὁ, Maultierreiter, Luc. Lexiph. 2.