ἀστράβηλος
ἀστράβηλος, shell
ἀστρᾰβ-ηλος, ὁ,
- = στράβηλος (with ἀ- euph.), a kind of shell, Agias I, Dercyl.I.
caracola marina Agias 3; cf.
ἀστράβηλος, ου (ὁ) [ᾰβ] c. στράβηλος, Agias et Dercyl. (Ath. 86f).
ἀστράβηλος, ὁ, = στράβηλος (euphon. α), Ath. III.86f.