ἀστραγαλίζω
ἀστραγαλίζω, to play with ἀστράγαλοι
ἀστρᾰγαλ-ίζω,
- play with ἀστράγαλοι, Pl. Ly. 206e, Alc. 1.110b; ἀ. ἄρτοις Cratin. 165, cf. Telecl. 1.14.
1 jugar a las tabas
ἀστραγαλίζοντος αὐτοῦ
παῖς
βουκόλοι ... ἀστραγαλίζοντες
τοῖς ἀντερῶσιν ἀστραγαλίζων
2
οἱ ἀστραγαλίζοντες
Los jugadores de tabas
3 adornar con astrágalos
ἀστραγαλίσαι ἐπὶ τῶν ὑποποδίων
ἀστραγαλίζω (impf. ἠστραγάλιζον) [ᾰγᾰ] jouer aux osselets, Crat. (Ath. 267e) ; Plat. Lys. 206e, etc. ; τινί, Aristén. 1, 23, avec qqn.
Étym. ἀστράγαλος.
ἀστραγαλίζω, mit ἀστραγάλοις spielen, knöcheln, Plat. Lys. 206e ; Cratin. bei Ath. VI.267e ; τινί, mit Einem, Aristaen. 1.23.
ἀστραγαλίζω
ἀστράγαλος
- to play with ἀστράγαλοι, Plat.