ἀστραγάλη
ἀστρᾰγάλ-η, ἡ,
- Ion. for ἀστράγᾰλος, Anacr. 46, Herod. 3.7, Ael.Dion. Fr. 359.
- II = ἡ τῆς ἴρεως ῥίζα, Hsch.
- III = κακοήθης κύων, Id.
1 en plu. huesos de taba para jugar, Anacr.111, Herod.3.7, Ael.Dion.
2 bot. raíz del iris o lirio Hsch.
3
ἀ.· κακοήθης κύων
ἀστραγάλη, ης (ἡ) [ᾰγᾰ] c. ἀστράγαλος, Anacr.
ἀστραγάλη, ἡ, ion. = ἀστράγαλος 3).