ἀτιμαστέος
ἀτιμαστέος, to be despised
ἀτῑμ-αστέος, α, ον,
- to be despised, Hp. Fract. 31, Pl. Phdr. 266d, Jul. Or. 6.198d.
- 2 ἀτιμαστέον one must dishonour, X. Smp. 4.17, Hippiatr.Praef.
que hay que despreciar
οὔκουν ἀτιμαστέη αὕτη ἡ μόχλευσις
νόμοι ... οὐκ ἀτιμαστέοι
τὸ ἀόριστον ἀτιμαστέον
• c. dat. agente
οὐκ ἀτιμαστέον αὐτὸ σοί τε καὶ ἐμοί
ἀτιμαστέος, α, ον [ῑ] vb. d’ἀτιμάζω, Hpc. 773d ; Xén. Conv. 4, 17 ; Plat. Phædr. 266d.
ἀτιμαστέος
From ἀτιμάζω
- to be despised, Plat.