ἀτιμητεί
ἀτιμητεί, without a valuation
ἀτῑμ-ητεί, Adv.
- without a valuation, OGI 218.69 (Ilium, iii B.C.).
adv. sin multa
ἰέναι εἰς τὰ τοῦ ἀδικήσαντος ἀ.
ἀτιμητεί, without a valuation
adv. sin multa
ἰέναι εἰς τὰ τοῦ ἀδικήσαντος ἀ.