ἀφηγητήρ
ἀφηγητήρ, a guide
ἀφηγ-ητήρ, ῆρος, ὁ,
- guide, κελεύθου AP 14.114 (-ήτορα cod.).
ἀφηγητήρ, ῆρος (ὁ) guide, Anth. 14, 114.
Étym. ἀφηγέομαι.
ἀφηγητήρ, ῆρος, ὁ, der Erzähler ?
ἀφηγητήρ
From ἀφηγέομαι
- a guide, Anth.