ἁπλοσύνη
ἁπλοσύνη, ἡ,
- = ἁπλότης, LXX Jb. 21.23.
integridad, plenitud
ἁ. αὐτοῦ
ἁπλοσύνη, ης (ἡ) c. ἁπλότης, Spt. Job 21, 23.
ἁπλοσύνη, ἡ, Einfachheit, LXX.
integridad, plenitud
ἁ. αὐτοῦ