ἀπλίκιτον
ἀπλίκιτον, camp-prison
ἀπλίκιτ-ον, τό,
- camp-prison, PLond. ined. 2487 (iv A.D.):—hence ἀπλικιτ-άριοι, οἱ, warders, Lyd. Mag. 3.8.
calabozo
συνέκλισεν καὶ αὐτὸν ἐν τῷ ἀπλικίτῳ