ἁπλός Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἁπλός, ή, όν, late form for ἁπλόος, An.Ox. 2.331. ἁπλός v. ἁπλόος. ἁπλός, ή, όν (sup. -ότατος) c. ἁπλόος, Anth. 3, 158. ἁπλός, p. = ἁπλοῦς ?