ἄτρανος
1 obscuro
τὰ ... προπείπτοντα [τ]ρανότερα βλέπεται, τὰ δὲ πορρώτερα ἀτ[ρα]νώτερα
• fig. confuso
ἐπιβαίνομεν ἔτι ἀτρανωτάτῳ λογισμῷ
2 adv. -ῶς obscuramente, sin claridad
τὸ ἀ. ἐπιχειρούμενον
1 obscuro
τὰ ... προπείπτοντα [τ]ρανότερα βλέπεται, τὰ δὲ πορρώτερα ἀτ[ρα]νώτερα
• fig. confuso
ἐπιβαίνομεν ἔτι ἀτρανωτάτῳ λογισμῷ
2 adv. -ῶς obscuramente, sin claridad
τὸ ἀ. ἐπιχειρούμενον