ἀτρεής
ἀτρεής, not to be feared
ἀτρεής, ές,
- = ἄτρεστος: acc. ἀτρέα for ἀτρεέα, Euph. 125; also, not to be feared, pl., ἀτρεῖες (for ἀτρεέες) ἀνάγκαι IG 14.1389ii 18.
intrépido
ἀτρέα δῆμον Ἀθηνῶν
• que no retrocede, implacable
ἐπὶ οὐ μοιρέων ἀτρεῖ<ε>ς ἀνάγκαι
•V. ἄτρεστος.