Ἀτραμύττειον Save DGE Bailly 2024 Ἀτραμύττειον v. Ἀδραμύττιον. Ἀτραμύττειον, ου (τὸ) Hdt. ou Ἀτραμύττιον, Thc. Xén. Atramytteion ou Atramyttion, v. de Mysie. Étym. cf. Ἀδραμύτειον.