ἀτραπητός Save Bailly 2024 Pape ἀτραπητός, οῦ (ἡ) c. ἀτραπιτός, Gr. cor. 434, 489 ; Gramm. 460, 17 Bekker, Anecdota græca, etc. ἀτραπητός, ἡ, = ἀτραπιτός, B.A. 460.