ἀτράχυντος
ἀτράχυντος, without asperity
ἀτράχυντος [ρᾱ], Ion. ἀτρήχυντος, ον,
- without asperity, Aret. SD 2.12; ἕλαιον Id. CA 1.10:—also ἄτρᾱχυς, υ, Eust. 340.21.
que no tiene aspereza
τὸ πυκινὸν ἀτρήχυντον
ἔλαιον λεπτόν, ἄποιον, ἄγλισχρον ἀτρήχυντον
• llano
ὅτε ... τὴν ἀτράχυντον παρέλθοιμεν ἀτραπόν
ἀ·τράχυντος, seul. ion. ἀτρήχυντος, ος, ον, non exaspéré, Arét. 65, 43, etc.
Étym. ἀ, τραχύνω.