ἐκφοίτησις
ἐκφοίτησις, becoming public
ἐκφοίτ-ησις, εως, ἡ,
- becoming public, J. AJ 19.1.7.
divulgación c. gen. obj.
μὴ ὑπὸ Κλήμεντος ἐ. γένοιτο αὐτῶν
τῆς εἰς τοὺς πολλοὺς τῶν λόγων ἐκφοιτήσεως
ἐκφοίτησις, εως (ἡ) action de se répandre, divulgation, Clém. 2, 100 Migne.
Étym. ἐκφοιτάω.
ἐκφοίτησις, ἡ, das Herausgehen, τῶν λόγων εἰς πολλούς, das Bekanntwerden, Clem.Al.