ἐκφλεγματόομαι
ἐκφλεγματόομαι, to turn into phlegm
ἐκφλεγμᾰτόομαι, Pass.,
- to turn into phlegm, Hp. Acut. 61.
medic., sent. dud., quizá hinchar, o bien calentar mucho, inflamar
(ὄξος) τὰ μὲν γὰρ πικρὰ διαλύεται καὶ ἐκφλεγματοῦται μετεωριζόμενα ὑπ' αὐτοῦ
ἐκ·φλεγματόομαι-οῦμαι [ᾰ] se changer en flegme, Hpc. Acut. 394.
Étym. ἐκ, φλέγμα.
ἐκφλεγματόομαι, ganz zu Schleim werden, Hippocr.