ἐκφλοίομαι Save LSJ DGE ἐκφλοίομαι, f.l. for ἐκβδάλλομαι, Nic. Al. 322. ἐκφλοίομαι obligar a expulsar, echar ἠὲ καὶ σὺ ἐκφλοίοιο ... ἕρματα γαστρός Nic.Al.322 (var.), cf. Sch.ad loc.