ἐκφλυαρέω Save DGE Pape ἐκφλυαρέω burlarse de οἱ γὰρ δύο τὸν συκοφάντην ἐκφλυαροῦσι Sch.Ar.Pl.885g. ἐκφλυαρέω, [ᾱ], = ἐκφλυαρίζω, Schol. Ar. Plut. 885.