ἐκφοβητικός
ἐκφοβητικός, terrifying
ἐκφοβ-ητικός, ή, όν,
- terrifying, Eust. 1966.16.
que asusta, asustante, capaz de aterrorizar
ἐ. ἐστι παντὸς τοῦ ... θρασυνομένου
ἔννοια ἐκφοβητικὴ στρατιώτου
λαλεῖ τι ἐκφοβητικὸν περὶ θείας ἐναργείας