ἔκφραξις
ἔκφραξις, removal of obstructions
ἔκ-φραξις, εως, ἡ,
- removal of obstructions, Gal. 1.391, 10.775.
medic. desobstrucción
τὸν ἐπὶ πληρώσει σπασμὸν ... ἰώμεθα χρώμενοι ... ἐκφράξει καὶ κενώσει