ἐμπονέω
ἐμπονέω, work on
ἐμπον-έω,
- work on, [τῇ γῇ] Alciphr. 3.25, cf. JHS 33.338 (Macedonia, ii A.D.).
- II c. acc., elaborate, θεωρίαν Gal. 4.760.
1 trabajar c. ac.
μηδενὶ ἐξεῖναι ἐπαρχικῷ ἢ ἐνπονεῖν ἢ ἀγοράζειν ἢ κατέχειν δημοσίαν γῆν
ὁ γεωργὸς ἐμπονεῖ τῇ γῇ
μοχθηραῖς μεταλλείαις
ἀργὸς δὲ ἡ γῆ χηρεύουσα τῶν ἐμπονούντων
• fig.
χρὴ ... ἐμπονεῖν τῇ γῇ τῆς καρδίας
ἡ ... ἡμῶν ἐμπονηθεῖσα ψυχή
2 elaborar
τὴν φυσικὴν ... θεωρίαν
ἐμ·πονέω-ῶ, travailler dans, dat. Alciphr. 3, 25.
Étym. ἐν, π.
ἐμπονέω, darin arbeiten, τινί, Alciphr. 3.25.