ἐμποίνιος
ἐμποίνιος, ον, = foreg., Suid. ἔμποιον· τὸ γαλακτῶδες ὑγροῦν (leg. ὑγρόν), Hsch. (leg. ἔμπυον).
punible, sujeto a castigo
glos. a ἐμποίνιμος
ἐμποίνιος, = ἐμποίνιμος, Suid.
punible, sujeto a castigo
glos. a ἐμποίνιμος