ἐμπολόωντο Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands ἐμπολόωντο, v. ἐμπολάω I.1. ἐμπολόωντο, v. ἐμπολάω. ἐμπολόωντο ep. imperf. med. 3 plur. van ἐμπολάω.