ἐμπολέω
ἐμπολ-έω, Ion. and late form for ἐμπολάω, Herod. 6.63, Tz. H. 1.820: Ion. part. Pass., δάπεδον ἐμπολεύμενον or -ευμένον dub. sens. in Keil-Premerstein Erster Bericht p.9 (Claros).
vender
οἱ ἐμπο]λέοντες
ἐμπολέων λάθρη
τοῦτο ... εἰς ἑκατὸν καὶ εἴκοσι ταλάντα ... Καρχηδονίοις ἐμπολεῖ
ἐμπολέω, ion. = ἐμπολάω, s. Lobeck Phryn. 584.