ἐνάμιλλος
ἐνάμιλλος, engaged in equal contest with, a match for
- engaged in equal contest with, a match for, τὴν φύσιν ἐ. τοῖς ἡλικιώταις Pl. Prt. 316b, cf. Isoc. 5.68; ἐ. τινὶ πρός τι Pl. R. 433d, Criti. 110e, cf. Arist. Pol. 1283a5; τοῖς πολίταις ἐ. παρασκευάζων ἑαυτόν IG 2(2).835.12, cf. Plu. Comp.Ag.Gracch. 3; τὰ λοίπʼ ἐ. τούτοις on a par with, D. 25.54; τοῖς κρατίστοις ἐ. τὸν κυνισμὸν εἶναι Jul. Or. 6.182c. Adv. -λως, τινί equally with, Isoc. 12.7.
1 que rivaliza o compite con, comparable a
a) c. dat. directivo o πρός c. ac.
ἵν' ... καὶ σὺ ταύταις ἐ. γένῃ
τοῖς πολίταις ἐνάμιλλο[ν παρασκευάζω]ν ἑαυτόν
Ἡρακλεῖ καὶ Διονύσῳ ἐνάμιλλον τιθέασί με
ἐνάμιλλον τὴν σαυτοῦ δόξαν καταστήσεις τοῖς πρωτεύσασιν
τὸν κυνισμὸν εἶδός τι φιλοσοφίας εἶναι ... τοῖς κρατίστοις ἐνάμιλλον
πέρναι διάφοροι ... ταῖς Κιβυρικαῖς ἐνάμιλλοι
καὶ ὅλως ἂν τὸ μέγεθος ἐνάμιλλον εἴη καὶ πρὸς πλοῦτον καὶ πρὸς ἐλευθερίαν
y la talla en general podría entrar en competencia con la riqueza y la libertad
b) c. dat. directivo y ac. de rel., dat. limit. o πρός c. ac. comparable en, que rivaliza en
αὐτὸς ... τὴν φύσιν δοκεῖ ἐ. εἶναι τοῖς ἡλικιώταις
ἄνδρα ... εὐταξίᾳ δὲ καὶ πρᾳότητι τοῖς πρώτοις ἐνάμιλλον
τοῦτο μὲν τόλμῃ, τοῦτο δὲ τύχῃ ταῖς ἀρίσταις (πράξεσιν) ἐνάμιλλον
esto (fue) en audacia y suerte comparable a las mejores (acciones)(δύναμιν) ἐνάμιλλον ... πρὸς ἀρετὴν πόλεως τῇ τε σοφίᾳ αὐτῆς
c) sólo c. dat. limit.
τὴν παράλιον ἐνάμιλλον εὕροι τις ἂν τοῖς ἐκ θαλάττης ἀγαθοῖς
uno encontraría que la zona costera rivaliza en los bienes sacados del mar (con la zona interior)
2 adv. -ως rivalizando con, en igualdad con c. dat.
ἐναμίλλως τοῖς ... περὶ ἑκάτερον τούτων εὐτυχηκόσιν
• Adv. ἐναμίλλως , τινί, Isocr. 12.7.
- engaged in equal contest with, a match for, τινι Plat.