ἐναμιλλάομαι
ἐνᾰμιλλ-άομαι,
- = ἁμιλλάομαι, πρός τι Them. Or. 21.254c.
rivalizar, competir en c. πρός y ac.
ὅσοι δὲ πρός τι ἐναμιλλῶνται γνησίως
ἐν·αμιλλάομαι-ῶμαι [ᾰμ] lutter contre, avec πρός et l’acc. Thém. 310, 4 G. Dind.
ἐναμιλλάομαι, wetteifern in, Themist. πρός τι.