ἐναλλοίωσις
ἐναλλοίωσις, alteration
ἐναλλοί-ωσις, εως, ἡ,
- alteration, Ptol. Tetr. 93.
cambio, modificación
αἱ διαφοραὶ τῶν ψυχικῶν καὶ τῶν σωματικῶν ἐναλλοιώσεων
ἐναλλοίωσις, εως (ἡ) échange, Ptol. Tetr. 93, etc.
Étym. ἐναλλοιόω.
ἐναλλοίωσις, ἡ, Veränderung, Ptolem.