ἐναλλακτικός
ἐναλλακτικός, altering
ἐναλλ-ακτικός, ή, όν,
- altering, προαιρέσεως ἐ. σχέσις Placit. 1.29.1: hence, perverse, wanton, Aq. De. 22.14.
1 perverso, injurioso
ῥήματα
2 que altera, que cambia
προαιρέσεως ἐ. σχέσις
ἐναλλακτικός, ή, όν, qui amène un changement, qui altère, gén. Gal. 2, 46.
Étym. ἐναλλάσσω.