ἐναιτέω
ἐναιτέω, claim
ἐναιτέω,
- claim a penalty, = Lat. petere, prob. in Supp.Epigr. 1.161.56.
jur. reclamar en justicia, trad. de lat. inrogare
ὅσοις κατὰ τοῦτο τὸν νόμον χρήματα ἐναιτήσει<ν> καὶ κρίνεσθαι ἐξῇ