ἐνορκόω
ἐνορκόω, adjure
ἐνορκ-όω,
- adjure, BGU 836.9 (vi A. D.), etc.; ἐνορκῶ σε κατὰ τοῦ πατρός Sch. Luc. Cat. 23.
tomar juramento, someter a juramento
πάντας ὑμᾶς ἐνορκώσας ... μὴ ἀποπλεῦσαι ἐξ Ἰλίου