ἐνορμίζω
ἐνορμίζω, to bring a ship to land
- bring a ship to land: hence metaph., κύρτον ῥοθίοισι Opp. H. 3.409:—Med., enter harbour, Str. 5.4.6, D.H. 1.56, Ph. 2.8, etc.: metaph., λιμέσιν ἀρετῆς Id. 1.688, al.:—also in Pass., ἐκ θυελλῶν ἐνωρμίσθην Thgn. 1274.
1 tr. en v. act. fondear, anclar un barco
τήν τε ναῦν ἐνορμίζει λιμενισκίῳ
(κύρτον) ἐνορμίζει ῥοθίοισι
(el pescador) ancla su nasa en el oleajeτῷ θείῳ λιμένι τὴν ψυχὴν ἐνορμίζει
2 intr. en v. med. y med.-pas. fondear, echar el ancla
(ὁ Λοκρῖνος κόλπος) ἐνορμίσασθαι μὲν ἄχρηστος
λιμὴν ἐνορμίσασθαι ναυσὶν ἐπιτήδειος
ψαλίδες ... πρὸς καταγωγὴν τῶν ἐνορμιζομένων
τῷ Φάσιδι ὁ τοῦ Ἰάσονος στόλος
ἐκ δὲ θυελλῶν ... ἐνωρμίσθην νυκτός
τοῖς τῆς ἀρετῆς εὐδίοις ... λιμέσιν
- to bring a ship to harbour:—Pass. to come to anchor, Theogn.