ἐξαιθριάζω
ἐξαιθριάζω, expose to sun and air
ἐξαιθριάζω,
- expose to sun and air, Hp. Int. 35, Dsc. 5.16, Apollon. ap. Gal. 12.478:—Pass., Com.Adesp. in PLond.ined. 2294 (iii/ii B. C.).
dejar, exponer al aire libre, al sereno medic., farm.
λευκῶν ἰσχάδων χοίνικα ἑψήσας ... ἐξαιθριάσαι
περιθεὶς ὀθόνιον ἐξαιθρίαζε
ὕδωρ
ἐξαιθριάσας, τουτέστι διαψύξας
ἐξαιθρίαζε ἡμέρας γ̅
ἐξ οἵων (διαχωρημάτων) δὴ καὶ ἐξαιθριαζομένων
δίδοται δὲ πᾶν ἐξαιθριασθέν
(ὕδωρ) ἐξαιθριάζουσιν ἐν ὑδρίαις κεραμέαις
ἐξ·αιθριάζω, exposer en plein air, Hpc. 551, 44 ; Diosc. 5, 24 ; Jos. B.J. 3, 10, 7 ; 4, 8, 3.
Étym. ἐξ, αἰθρία.
ἐξαιθριάζω, der freien Luft aussetzen, lüften, Hippocr. u. Sp.; οἶνον, bei Ath. III.124f.