ἐξαιμάτωσις
ἐξαιμάτωσις, conversion into blood
ἐξαιμᾰτ-ωσις, εως, ἡ,
- conversion into blood, of food, Ph. 2.244, Alex.Aphr. Pr. 2.63, Gal. 11.139.
fisiol. conversión en sangre
γεννᾶσθαι ... ἐν ἥπατι κατὰ τὴν ἐξαιμάτωσιν ἀνάλογον τῇ κατὰ τὸν οἶνον τρυγί
τῶν εἰσφερομένων (e.d., de los alimentos) τὴν ἐξαιμάτωσιν ὑπὸ ἥπατος γείνεσθαι
ἀποτυχία τῆς ἐξαιματώσεως
πρὸς τὴν ἐξαιμάτωσιν τῷ δεξιῷ ... μέρει (τοῦ ἥπατος)
πρὸς τὴν τῶν ὑγρῶν ἐξαιμάτωσιν
ἐξαιμάτωσις, εως (ἡ) [ᾰ] action de convertir en sang, M. Ant. 4, 21 ; Gal. 2, 238, 243 ; A. Aphr. Probl. p. 72, 34.
Étym. ἐξαιματόω.
ἐξαιμάτωσις, ἡ, Verwandlung in Blut, Galen.; Verwundung, Sp.