ἐξονειδισμός
ἐξονειδισμός, reproach
ἐξονειδ-ισμός, ὁ,
- reproach, ἁμαρτημάτων J. BJ 2.16.4 (pl.).
ἐξονειδισμός, ὁ, die Schmähung, das Vorwerfen, Jos.
ἐξονειδισμός, reproach