ἐξονειριασμός Save LSJ Bailly 2024 ἐξονειρ-ιασμός, ὁ, = ἐξονειρωγμός, Diocl. Fr. 141 (pl.). ἐξονειριασμός, οῦ (ὁ) c. ἐξονειρωγμός, Diocl. (Orib. 3, 177 B.-Dar.).