ἐξονειρόω Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐξονειρ-όω, = ἐξονειρώττω, Hp. Mul. 2.175. ἐξ·ονειρόω-ῶ, c. ἐξονειρώσσω, Hpc. 664, 33. ἐξονειρόω, = ἐξονειρώττω, Hippocr.