ἐπίλειμμα Save LSJ Pape ἐπίλειμμα, ατος, τό, αἰθέρος Sch. Arat. 786 (pl., v.l. ἐπιλήμματα, leg. πιλήματα). ἐπίλειμμα, τό, Ueberbleibsel, Schol. Arat. 786.