ἐπιλελογισμένως
ἐπιλελογισμένως, with consideration
ἐπιλελογισμένως, Adv., (ἐπιλογίζομαι)
- with consideration, Phld. Rh. 1.218 S.
ἐπιλελογισμένως, adv. avec calcul, avec réflexion, Clém. 186.
Étym. ἐπιλογίζομαι.
ἐπιλελογισμένως, überlegt, Clem.Al.